Εισάγοντας την Ψυχανάλυση: Οι Παραδρομές

Εμμανουήλ Καφφετζάκης

Έχουν περάσει 110 χρόνια από τότε που ο Φρόυντ έδωσε την πρώτη του διάλεξη για την εισαγωγή στην ψυχανάλυση στο πανεπιστήμιο της Βιέννης. Κι όμως, το ασυνείδητο εξακολουθεί να αποτελεί μια δυσάρεστη ιδέα για τους περισσότερους ανθρώπους. Η ιδέα ότι μπορεί να μην γνωρίζουμε τι σκεφτόμαστε, ότι κάτι εντός μας δρα ανεξάρτητα από εμάς, από τη συνείδηση μας, είναι ένα μεγάλο πλήγμα για τον ναρκισσισμό μας. Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι έχουμε τον έλεγχο της ζωής μας και οι ψυχαναλυτικές ιδέες εξακολουθούν να προκαλούν τη μεγαλύτερη αντίσταση. Μετά την κοπερνίκια επανάσταση, που επέφερε μια κοσμολογική προσβολή, και την δαρβινική θεωρία της φυσικής επιλογής, που επέφερε μια βιολογική προσβολή στον ανθρώπινο ναρκισσισμό, έρχεται η τρίτη και πιο βαριά προσβολή, συνδεδεμένη με το όνομα του Φρόυντ. Το Εγώ δεν είναι ο κυρίαρχος του οίκου του.1 Μιλάμε και δεν ξέρουμε τι λέμε· πάντοτε λέμε περισσότερα από ότι έχουμε την πρόθεση να πούμε. 

 

Φρόυντ επιλέγει να αναδείξει την υπόθεση του ασυνειδήτου εξετάζοντας εξωαναλυτικές εμπειρίες που αφορούν τις παραδρομές. Με τον όρο παραδρομή περιγράφει φαινόμενα όπως η παραλεξία, όταν κάποιος θέλει να πει κάτι και αντί γι’ αυτό λέει μία άλλη λέξη, και η παραπραξία, όταν πράττει κάτι άλλο από αυτό που είχε την πρόθεση να κάνει. Άλλα είδη παραδρομών αποτελούν η παρανάγνωση, η παρακοή, το προσωρινό ξέχασμα, το σφάλμα κατά τη γραφή και οι περιπτώσεις απώλειας αντικειμένων. Πρόκειται για σφάλματα, αποτυχίες λόγου και πράξεων· πράξεις τις οποίες ο άνθρωπος είναι συνήθως ικανός να εκτελέσει επιτυχώς. Παρότι συμβαίνουν καθημερινά και συχνά περνούν απαρατήρητες ή αποδίδονται στην κούραση και την αφηρημάδα, ο Φρόυντ υποστηρίζει ότι αποτελούν «έγκυρες ψυχικές πράξεις»,2  δεν συμβαίνουν τυχαία και φέρουν ένα νόημα, καθόλου τυχαίο. Το ότι αποτελούν ψυχικές πράξεις σημαίνει πως η παραδρομή δεν είναι ένα μεμονωμένο οργανικό ατύχημα, αλλά το αποτέλεσμα άλλων ψυχικών διεργασιών που προηγούνται και καθορίζουν την έκφανσή της. 

 

Ένα παράδειγμα παραλεξίας που αναφέρει ο Φρόυντ στην Ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής3 προέρχεται από την προσωπική του ζωή. Περιγράφει μία ασθενή την οποία φρόντιζε σε μία περίοδο σοβαρής ασθένειας. Μετά από ημέρες και νύχτες αγωνίας, βλέποντάς την πλέον να αναρρώνει, θέλησε να της εκφράσει την αισιοδοξία του μιλώντας για το πόσο όμορφο θα ήταν να επισκεφθεί μια πόλη του εξωτερικού «όταν, όπως ελπίζω, δεν θα αφήσετε σύντομα το κρεβάτι».4 Η ατυχής αυτή διατύπωση, που αναιρούσε την ίδια την ευχή της ανάρρωσης, αποκάλυπτε κάτι παραπάνω από ένα τυχαίο γλωσσικό ολίσθημα. Οδήγησε τον Φρόυντ να αναγνωρίσει ότι η φράση είχε ξεσκεπάσει ένα δυσάρεστο κομμάτι των ασυνείδητων σκέψεών του: την επιθυμία να συνεχίσει να προσφέρει θεραπεία σε μια εύπορη ασθενή για περισσότερο χρόνο. Μία επιθυμία που στο συνειδητό επίπεδο απέρριπτε πλήρως, καθώς ο ίδιος διαβεβαίωνε ότι ουδέποτε τον ενδιέφερε το οικονομικό όφελος, αλλά αποκλειστικά το καλό του ασθενούς του. Το παράδειγμα αυτό δείχνει με σαφήνεια ότι μία παραλεξία μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της σύγκρουσης δύο προθέσεων, δύο ασυμβίβαστων επιδιώξεων.5

 

Όταν ο Φρόυντ μιλάει για πρόθεση, δεν πρόκειται απλώς για μία συνειδητή βούληση του Εγώ. Κάθε φορά που ο λόγος ανοίγει ένα κενό, διαταρακτικό αποτέλεσμα μίας παραλεξίας, αναδύεται ένας τόπος, μια Άλλη σκηνή όπως την αποκαλεί, όπου μπορούμε να υποθέσουμε το υποκείμενο του ασυνειδήτου. Εκεί εμφανίζεται μια διαδικασία παραγωγής σημασίας που ξεπερνά το Εγώ. Έτσι, η πρόθεση δεν περιορίζεται στη βούληση, αλλά μπορεί να ιδωθεί ως λειτουργία της γλώσσας που γεννά σημασία και δείχνει πέρα από το συνειδητό Εγώ.6

 

Με την ανάλυση των παραδρομών ο Φρόυντ ιχνηλατεί την ύπαρξη μιας ασυνείδητης λογικής. Εξάλλου, η ψυχανάλυση έχει να κάνει πάντα με τις λεπτομέρειες: «ας μην υποτιμούμε λοιπόν τις μικρές ενδείξεις· από αυτές μπορούμε να φτάσουμε στα ίχνη μεγαλύτερων πραγμάτων» λέει ο Φρόυντ.7 Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψιν τις παραδρομές, τα όνειρα, τα συμπτώματα, μπορούμε να οδηγηθούμε σε ασυνείδητες επιθυμίες και φαντασιώσεις. Αυτό αναδεικνύεται εύστοχα από την ανάλυση μίας παραλεξίας που επιφυλάσσει ο Φρόυντ, για τους πιο μυημένους, στο τέλος του κεφαλαίου για τα γλωσσικά ολισθήματα: «Τέλος […] θα προσθέσω ένα παράδειγμα όπου μπορεί να δει κανείς σε ποιο ψυχικό βάθος μπορεί να οδηγήσει η ανίχνευση ενός γλωσσικού ολισθήματος».8

 

Μία κυρία ετοιμάζεται για βραδινή έξοδο με την κόρη της. Η μητέρα της ζητά να αλλάξει μπλούζα για να φύγουν. Η κόρη αλλάζει στο διπλανό δωμάτιο, επιστρέφει και βρίσκει τη μητέρα να ασχολείται με την περιποίηση των νυχιών της. Ακολουθεί ο εξής διάλογος: 

«ΚΟΡΗ: Βλέπεις, είμαι έτοιμη, ενώ εσύ όχι.  

ΜΗΤΕΡΑ: Ναι, αλλά έχεις μια μπλούζα, κι εγώ δώδεκα νύχια. 

ΚΟΡΗ: Πως;

ΜΗΤΕΡΑ (ανυπόμονα): Ναι, φυσικά. Έχω δώδεκα νύχια.»9

 

Η κυρία αναρωτιέται γιατί είπε αυτό το δώδεκα αφού δεν πρόκειται γι’ αυτήν για κάποια σημαντική ημερομηνία. Οι συνειρμοί για τα δάχτυλα την οδηγούν στην οικογένεια του άντρα της, όπου υπήρχαν άτομα με έξι δάχτυλα στα πόδια. Γι’ αυτό, όταν γεννήθηκαν τα παιδιά της, τα εξέτασαν μήπως κι αυτά είχαν έξι δάχτυλα. Την επόμενη ημέρα, δώδεκα Δεκεμβρίου, θυμάται ότι ο θείος του άντρα της έχει γενέθλια και ότι κάθε χρόνο την προηγούμενη της ημερομηνίας του έστελνε γράμμα με ευχές. Αυτή τη φορά όμως το ξέχασε. Ομολογεί επίσης πως από τον συγκεκριμένο θείο πάντα περίμενε να κληρονομήσει. Πρόσφατα, μια γυναίκα της προφήτευσε στα χαρτιά ότι θα πάρει πολλά χρήματα. Σκέφτηκε αμέσως ότι μόνο από εκείνον θα μπορούσε να περιμένει κάτι τέτοιο και τις τελευταίες μέρες έψαχνε στις εφημερίδες μήπως βρει ανακοίνωση για τον θάνατό του. Αυτό που καταπιέστηκε ήταν η επιθυμία του θανάτου του.

 

Όσον αφορά τα δάχτυλα, ένα παιδί με έξι δάχτυλα θεωρείται ανώμαλο και δώδεκα δάχτυλα αντιστοιχούν σε δύο ανώμαλα παιδιά. Η κυρία ήταν παντρεμένη με κάποιον που θεωρούνταν ανώμαλος και εκκεντρικός. Έχει από αυτόν δύο παιδιά που οι γιατροί χαρακτήριζαν συνεχώς ως κληρονομικά επιβαρυμένα από τον πατέρα τους και ότι είναι ανώμαλα. Πρόκειται, μας λέει, για παιδιά που την έχουν γεμίσει έγνοιες και της έχουν στερήσει την ανεξαρτησία της. Οι συνειρμοί της κορυφώνονται ώστε η παραδρομή της να ερμηνευτεί ως εξής: «Ο θείος πρέπει να πεθάνει, τούτα τα ανώμαλα παιδιά πρέπει να πεθάνουν, κι εγώ πρέπει να πάρω τα λεφτά τους».10

 

Με αφορμή λοιπόν αυτή τη μικρή, φαινομενικά ασήμαντη παραδρομή, ο Φρόυντ μας επισημαίνει την αποκάλυψη της ασυνείδητης επιθυμίας του υποκειμένου. Και εδώ αναδύεται το ερώτημα: γιατί να μάθουμε κάτι για τις επιθυμίες ή τις φαντασιώσεις μας; Διότι η επιθυμία μας διέπει τις πράξεις, τις αποφάσεις μας, και μέσω της φαντασίωσης σχετίζονται τα υποκείμενα.

 

  1. Φρόυντ, Σ. (1996). Εισαγωγή στην ψυχανάλυση. Εκδόσεις Επίκουρος.
  2. Στο ίδιο, σ. 38.
  3. Φρόυντ, Σ. (2016). Ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής. Πλέθρον.
  4. Στο ίδιο, σ. 86.
  5. Φρόυντ, Σ. (1996). Εισαγωγή στην ψυχανάλυση. Εκδόσεις Επίκουρος.
  6. Carbonell, N. (2025). Parapraxes. The Lacanian Review, 17, 43-54.
  7. Φρόυντ, Σ. (1996). Εισαγωγή στην ψυχανάλυση. Εκδόσεις Επίκουρος.
  8. Φρόυντ, Σ. (2016). Ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής. Πλέθρον.
  9. Στο ίδιο, σ. 124-125.
  10. Στο ίδιο, σ. 127.