Για τον Φρόυντ, το ανθρώπινο βρέφος γεννιέται με μια βιολογική προωρότητα σε σχέση με τα υπόλοιπα είδη του ζωικού βασιλείου. Για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα παραμένει ανήμπορο να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες κινήσεις για την ικανοποίηση των αναγκών του. Το βρέφος έρχεται σε ένα κόσμο στον οποίο είναι θεμελιωδώς εξαρτημένο από την παρουσία του Άλλου, από την απόκρισή του. Ο Ντύλαν Έβανς αναφέρει: «ο Λακάν εφιστά την προσοχή μας στο γεγονός ότι η εξάρτηση αυτή συντηρείται από τον κόσμο της γλώσσας. Η μητέρα, πρωταρχικός Άλλος, ερμηνεύει τις κραυγές, το κλάμα του μωρού ως ενδείξεις πείνας, κούρασης, μοναξιάς κλπ. και καθορίζει εκ των υστέρων το νόημα τους». Η ανθρώπινη εμπειρία, επομένως, διαμεσολαβείται ήδη από την αρχή μέσω του πεδίου της γλώσσας.
Ακόμη και πριν από τη φυσική γέννηση, ένα παιδί γεννιέται μέσα στα λόγια, την πρόθεση, τις φαντασιώσεις και την επιθυμία δύο ανθρώπων, του γονεϊκού ζεύγους. Γι’ αυτό ακριβώς, «το παιδί που ενδιαφέρει την ψυχανάλυση είναι το υποκείμενο, το υποκείμενο του ασυνειδήτου, το ομιλ-όν, που ακόμη κι όταν δεν μιλάει αλλά μιλιέται, βρίσκεται μέσα στη γλώσσα και σημαδεύεται από αυτήν».
Η οικογένεια συνιστά τον πρώτο κοινωνικό δεσμό και τη θεμελιώδη αναφορά του υποκειμένου, ακόμη και εκείνων που είναι «χωρίς οικογένεια». Αυτό καθίσταται εμφανές στα ίχνη που φέρει η γλώσσα, καθώς δεν υπάρχουν σημαίνοντα για να χαρακτηριστεί ένα παιδί χωρίς οικογένεια που να μην ερμηνεύονται με την προϋπόθεση του οικογενειακού μοντέλου. Λέμε για ένα παιδί πως είναι «ορφανό», «εγκαταλελειμμένο», «απομονωμένο», και πιο πρόσφατα «ασυνόδευτο». Από τη στιγμή που θα συλληφθεί ένα παιδί, είτε γεννηθεί είτε όχι, εντάσσεται σε έναν οικογενειακό σχηματισμό· όποιος κι αν είναι ο ιδιαίτερος τύπος της οικογένειας αυτής.
Με τον χαρακτηρισμό «ορφανό», το παιδί ήδη υπάγεται σε έναν λόγο. Παρομοίως, ένα παιδί που γεννιέται μέσα σε μια παραδοσιακή οικογένεια υπόκειται σε πλήθος λόγων. Τα μέλη της οικογένειας του παιδιού, στις καθημερινές τους συζητήσεις, το σχολιάζουν αποδίδοντας του χαρακτηρισμούς: «έχει το πείσμα της μαμάς», «είναι δύσκολο παιδί», «γεννήθηκε για μεγάλα πράγματα», «έχει το ψυχρό βλέμμα του παππού». Μέσα στους διάφορους λόγους το υποκείμενο βρίσκει μια εικόνα του εαυτού του. Πρόκειται για τις κουβέντες που λέγονται σε σχέση με ένα παιδί, που το ορίζουν εκ των προτέρων και του προσδιορίζουν μια θέση.
Με άλλα λόγια, πριν αρθρώσουμε οτιδήποτε στο όνομά μας, έχουμε ήδη μιληθεί από τον Άλλο. Ο λόγος που κυκλοφορεί μέσα στην οικογένεια έχει επιπτώσεις. Αυτό που κάνει το τραύμα είναι ο λόγος. Ο λόγος χτυπάει το υποκείμενο. Και «οι φράσεις που άφησαν το σημάδι τους στο υποκείμενο, είτε έχουν ειπωθεί, αποσιωπηθεί, ψιθυριστεί, φωναχτεί ή ουρλιαχτεί σε αυτό, δεν μπορούν παρά να παρερμηνευθούν». Πάντα είναι το υποκείμενο που ερμηνεύει. Το τραυματικό δεν έγκειται στο ίδιο το συμβάν, αλλά στην απάντηση του υποκειμένου σε αυτό.
Μπορεί κανείς, επομένως, να αναγνωρίσει τη δύναμη των λέξεων. Υπάρχουν λέξεις που αρρωσταίνουν και λέξεις που θεραπεύουν. Η δύναμη των λέξεων είναι αδιαμφισβήτητη όπως και το τραύμα που προκαλούν. Το αποτέλεσμα τους εξαρτάται από τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο τις σημασιοδοτεί.
Η δυσφορία στον πολιτισμό δεν αποκλείει τον τόπο της οικογένειας. Έτσι, ήδη από τις προκαταρκτικές συνεδρίες μιας ανάλυσης, ακούμε το οικογενειακό δράμα του νεαρού υποκειμένου. Ο Δαβίδ, οκτάχρονος αναλυόμενος, θα ξεκινήσει μια συνεδρία λέγοντας «οι λέξεις πληγώνουν περισσότερο απ’ όλα».